Η ψυχική υγεία στην εποχή του κορονοϊού

333

Επαγγελματίες της από μη κυβερνητικές οργανώσεις στο πλαίσιο του προγράμματος ψυχοκοινωνικής υποστήριξης «Open Minds 21» που υλοποιούν οι Γιατροί του Κόσμου, τοποθετήθηκαν με θέμα την «Επίδραση του στην κοινότητα και την ψυχική υγεία των παιδιών».

Η παιδίατρος και πρόεδρος των Γιατρών του Κόσμου Ελλάδας, Χαρά Τζιουβάρα, χαιρετίζοντας τις εργασίες της εκδήλωσης, ανέφερε ότι ο στόχος είναι «η ανταλλαγή απόψεων στο πώς έχει επηρεάσει η Covid-19 την ψυχολογία και την συμπεριφορά των παιδιών, είτε πρόκειται για παιδιά της κοινότητας, είτε για παιδιά ευάλωτων ομάδων» όπως τα παιδιά πρόσφυγες, καθώς, όπως διατυπώθηκε στην εκδήλωση «είναι κάτι που θα συνεχίσει να μας απασχολεί και μετά το τέλος της υγειονομικής κρίσης». «Αυτός ο επιβεβλημένος από την πανδημία και παρατεταμένος εγκλεισμός και περιορισμός είχε και θα έχει συνέπειες στον ψυχισμό μεγάλων και μικρών» τόνισε η κ. Τζιουβάρα.

Εκ μέρος των Γιατρών του Κόσμου επίσης τοποθετήθηκε ο παιδοψυχολόγος Ιωάννης Καλυβόπουλος, ο οποίος, μεταξύ άλλων, σημείωσε ότι «στην πραγματικότητα δεν υπάρχει υγεία χωρίς ψυχική υγεία». «Ο ιός έχει δείξει ότι δεν κάνει διακρίσεις αλλά πολλοί πρόσφυγες, ειδικά αυτοί που εκτοπίστηκαν βίαια, και οι μετανάστες διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο» είπε ο κ. Καλυβόπουλος, περιγράφοντας την ήδη επιβαρυμένη κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι ευάλωτες αυτές ομάδες και τις επιπτώσεις στην ψυχική τους υγεία. Τους τελευταίους μήνες «πολλοί γονείς μας περιγράφουν μια έκρυθμη κατάσταση με δυσκολία να ικανοποιήσουν τις ανάγκες των παιδιών, κυρίως συναισθηματικές απέναντι σε όλη αυτήν την αγωνία».

Η κοινωνική λειτουργός Κωνσταντίνα Διονυσοπούλου μίλησε σχετικά με την εμπειρία του Χαμόγελου του Παιδιού και την λειτουργία του Κέντρου Ημέρας του Συλλόγου για παιδιά με ιστορικό κακοποίησης, υπογραμμίζοντας ότι «τα παιδιά αυτά χρειάζονται ένα φάσμα θεραπευτικών υπηρεσιών για την ολόπλευρη στήριξή τους, για να ξαναγίνουν παιδιά όπως τα άλλα». Η κ. Διονυσοπούλου περιέγραψε με μελανό τρόπο τις επιπτώσεις τις πανδημίας στα παιδιά, σημειώνοντας χαρακτηριστικά ότι ο εγκλεισμός και ο περιορισμός της κυκλοφορίας έχει αυξήσει τα περιστατικά σεξουαλικής κακοποίησης, καθώς «μεταξύ 70-85% των παιδιών που έχουν υποστεί κακοποίηση γνωρίζουν τον θύτη και η συντριπτική πλειονότητα των παιδιών έπεσαν θύματα ανθρώπων που εμπιστεύονταν» ενώ, επιπλέον, «οι κοινωνικές υπηρεσίες και τα ιδρύματα προστασίας έχουν καταστεί ιδιαίτερα απρόσιτα», καθώς και «αυτές οι δικλείδες ασφαλείας, όπως είναι το σχολείο». Η κ. Διονυσοπούλου ωστόσο διευκρίνισε ότι το Κέντρο Ημέρας του Χαμόγελου του Παιδιού δεν διέκοψε τη λειτουργία του και συνεχίζει να παρέχει υπηρεσίες στήριξης σε όσα παιδιά το χρειάζονται.

Στην εκδήλωση τοποθετήθηκε ακόμα η επικεφαλής του τμήματος ανθρώπινης ανάπτυξης, συγκεκριμένα για την προστασία του παιδιού, εκ μέρους του “The HOME Project”, Μαρία Καλδάνη, η οποία μετέφερε την εμπειρία της από τις 14 δομές ασυνόδευτων ανηλίκων προσφύγων της οργάνωσης στις οποίες διαβιούν ή λαμβάνουν στήριξη 570 παιδιά. Η κ. Καλδάνη, μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι «στο κομμάτι της ψυχικής υγείας, στο δικό μας φορέα προσπαθούμε να λειτουργούμε σε 3 πυλώνες και τους διατηρήσαμε μέσα στη διάρκεια της καραντίνας και αυτό ήταν κάτι που μας βοήθησε εξαιρετικά στο να μπορούμε να ανταποκριθούμε». Ο πρώτος πυλώνας αφορούσε, όπως είπε η κ. Καλδάνη, «το να μπορούμε να βλέπουμε το κάθε παιδί ξεχωριστά, να δημιουργούμε το πλάνο του και να αναγνωρίζουμε τις ανάγκες του», ο δεύτερος «το να μπορούμε να έχουμε ψυχιατρική υποστήριξη για τα παιδιά μας με παιδοψυχίατρο από την αρχή σχεδόν» και τρίτον «να υπάρχει εξωτερική εποπτεία του προσωπικού της κάθε δομής». Ως κοινά χαρακτηριστικά μεταξύ των παιδιών προσφύγων και των εργαζόμενων στις δομές, γύρω από την αντιμετώπιση της πανδημίας, η κ. Καλδάνη εντόπισε ότι αμφότερες οι ομάδες ένιωθαν φόβο ότι θα αρρωστήσουν, φόβο ότι θα χάσουν αγαπημένους τους και τέλος, τα παιδιά φόβο ότι δε θα έχουν υποστήριξη λόγω της πανδημίας και οι εργαζόμενοι ότι θα χάσουν τις δουλειές τους.

Τέλος, από την Θεσσαλονίκη, η ψυχολόγος στο Κοινωνικό Πολυϊατρεία των Γιατρών του Κόσμου, Χαρά Τσεβδομαριά τόνισε, με βάση την εμπειρία της όλο αυτό το διάστημα, ότι «πάντα υπήρχε η ανάγκη της γονεϊκής υποστήριξης αλλά λόγω της πανδημίας συνειδητοποιήσαμε ότι χρειάζεται μια επιπλέον εξειδίκευση», συγκεκριμένα στο πεδίο «των επιδράσεων της πανδημίας στα παιδιά αλλά και στις σχέσεις γονέων και παιδιών». Αναφερόμενη στα παιδιά, η κ. Τσεβδομαριά σχολίασε ότι ο εγκλεισμός «περιόρισε την ίδια τη φυσική τους ενέργεια και την σωματική και ψυχοσωματική τους ανάπτυξη». «Αυτό το αίσθημα του αόρατου φόβου» όπως και η ελλιπής πληροφόρηση ή η υπερπληροφόρηση, είπε η κ. Τσεβδομαριά, «έγιναν το έναυσμα για να αποκτηθεί μια ισχύς ανασφαλειών, αγχωδών συμπτωμάτων και αρνητικών σκέψεων» και «οι αντιδράσεις των παιδιών είναι ανάλογες πάντα με το αναπτυξιακό τους στάδιο». Η κ. Τσεβδομαριά σημείωσε ότι ένα από τα προβλήματα που διαπίστωσε ήταν ότι επειδή οι γονείς θεωρούσαν ότι το παιδί αντιλαμβάνεται τις πληροφορίες που λαμβάνει από το περιβάλλον, δεν ερχόντουσαν σε επαφή μαζί του για τα ειδικά ζητήματα που αφορούν την πανδημία με ειλικρίνεια αλλά «στρογγυλεύοντας πάντα τις γωνίες», κάτι που «θα ήταν εξαιρετικά ευεργετικό». «Να καταλάβει το παιδί με τι έχει να κάνει» σημείωσε η κ. Τσεβδομαριά, μια συμβουλή που ήταν κοινός τόπος μεταξύ των ομιλητών.